Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Τα καλά νέα για τα αυτοάνοσα νοσήματα


Ενας από τους τρόπους που διαθέτει ο ανθρώπινος οργανισμός για να αποκρούει τις επιθέσεις εισβολέων (π.χ. ιών και βακτηρίων) είναι η δημιουργία αντισωμάτων. Τα αντισώματα είναι μόρια πρωτεϊνικής φύσης, των οποίων η στερεοδιάταξη επιτρέπει να προσδένονται στο αντιγόνο (το μόριο του εισβολέα το οποίο πυροδότησε τη σύνθεσή τους και με το οποίο έχουν συμπληρωματική στερεοδιάταξη). H πρόσδεσή τους στα αντιγόνα του εισβολέα προκαλεί στη συνέχεια σειρά αντιδράσεων που στόχο έχουν να τον απενεργοποιήσουν και τελικά να τον απομακρύνουν από τον οργανισμό.
Καμιά φορά όμως τα πράγματα πηγαίνουν κάπως στραβά και ένα υπερδραστήριο ανοσοποιητικό σύστημα δημιουργεί αντισώματα εναντίον ιστών και οργάνων του ίδιου τού εαυτού του. Με άλλα λόγια, το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει ως ξένο ένα μέρος του οργανισμού στον οποίο ανήκει. H παρουσία των αυτοαντισωμάτων (όπως ονομάζονται) έχει ως συνέπεια την περαιτέρω ενεργοποίηση διαδικασιών, όπως η φλεγμονή, που οδηγούν σε καταστροφή του ιστού ή του οργάνου σαν πραγματικά αυτό να ήταν ξένο.
Παρά το γεγονός ότι - αν ληφθούν ως ομάδα - τα αυτοάνοσα νοσήματα αποτελούν την τρίτη αιτία θανάτου (μετά τις καρδιοπάθειες και τον καρκίνο) στον δυτικό κόσμο, οι επιστήμονες αγνοούν πολλά για την αιτιολογία τους. Ως εκ τούτου και οι υπάρχουσες θεραπείες οδηγούν στην καταστολή της φλεγμονής και όχι στην ίαση της νόσου.
H δυσκολία των επιστημόνων να κατανοήσουν και να θεραπεύσουν τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι αντικειμενική: Πρόκειται για περίπλοκα νοσήματα των οποίων η αιτιολογία περιλαμβάνει τόσο γενετικές όσο και περιβαλλοντικές συνιστώσες και των οποίων η εξέλιξη ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησης έγινε σαφής μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι ερευνητές αντιμετωπίζουν τα αυτοάνοσα νοσήματα. Κατ' αρχάς υπήρξε συμφωνία στο ότι το υπερενεργό ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών δεν νοσεί: υπερδιεγείρεται ανταποκρινόμενο στο μοριακό κάλεσμα του ιστού που τελικά καταστρέφει. Πριν από χρόνια, αξιοποιώντας την αυτοάνοση επιθηλίτιδα ως μοντέλο για τα αυτοάνοσα νοσήματα, ο καθηγητής Μουτσόπουλος είχε καταδείξει ότι τα επιθηλιακά κύτταρα των σιελογόνων αδένων των ασθενών λειτουργούν ως αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα (κύτταρα τα οποία φέρουν αντιγόνα στην επιφάνειά τους προκειμένου να αναγνωριστούν από άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού) και έτσι πυροδοτούν την καταστροφή τους από το ενεργοποιημένο ανοσοποιητικό. Αντίστοιχες παρατηρήσεις αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της συνάντησης για τις μυοσίτιδες (ομάδα νοσημάτων που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή των μυών και του δέρματος) και τις αγγειίτιδες (ομάδα νοσημάτων που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή όλων των αγγείων του οργανισμού). Οι ερευνητές των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ κκ. M. Δαλάκας και P. Plotz τόνισαν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα στις μυοσίτιδες λειτουργεί κανονικά και υπερδραστηριοποιείται λόγω της ενδογενούς ενεργοποίησης των μυϊκών κυττάρων που παίζουν τον ρόλο των εναρκτών κυττάρων της φλεγμονής, δηλαδή των αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων.
H δεύτερη σημαντική παρατήρηση η οποία πυροδοτεί μια αλλαγή στον τρόπο που οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται τα αυτοάνοσα νοσήματα έχει να κάνει με την ανίχνευση της παρουσίας ιών στους νοσούντες ιστούς. Προσφάτως η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Μουτσόπουλου εντόπισε αλληλουχίες DNA εντεροϊών στα επιθηλιακά κύτταρα των σιελογόνων αδένων ασθενών με αυτοάνοση επιθηλίτιδα. H παραπάνω παρατήρηση οδήγησε στη θεωρία ότι η νόσος μπορεί να προκύπτει όταν ασθενείς με συγκεκριμένο γενετικό υπόβαθρο έρχονται σε επαφή με τους συγκεκριμένους εντεροϊούς.

Ομοίως ο καθηγητής κ. Υ. Shoenfeld από το Ισραήλ παρουσίασε τα αποτελέσματα των ερευνών του, σύμφωνα με τα οποία μικροοργανισμοί συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας υποκατηγορίας του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου που αποκαλείται αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο.
Τέλος ο ολλανδός καθηγητής κ. C. Kallenberg και οι συνάδελφοί του κκ. V. Gross από τη Γερμανία και L. Guillevin από τη Γαλλία συζήτησαν την αιτιολογία των αγγειίτιδων και ειδικότερα της κοκκιωμάτωσης Wegener, νόσου για την οποία εικάζεται ότι οι μικροοργανισμοί είναι οι εναρκτές της φλεγμονής των αγγείων.
Οι επιστήμονες γνωρίζουν πολλά για την ταυτότητα των αυτοαντισωμάτων, τα οποία χαρακτηρίζουν κάποια από τα αυτοάνοσα νοσήματα. Καθώς δε τα νοσήματα αυτά είναι χρόνια, τα αυτοαντισώματα εμφανίζονται πολύ πριν από την πλήρη εκδήλωσή τους και οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η ανίχνευση της παρουσίας των αντισωμάτων μπορεί να αξιοποιηθεί όχι μόνο διαγνωστικά αλλά και προληπτικά.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσίασε κατά τη διάλεξή του ο κ. A. L. Notkins, ερευνητής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, τα αντιπυρηνικά αντισώματα που χαρακτηρίζουν τον ερυθηματώδη λύκο εμφανίζονται χρόνια πριν από την εκδήλωση της νόσου. Ομοίως τα αντισώματα κατά των κιτρουλινοποιημένων πεπτιδίων, τα οποία είναι χαρακτηριστικά της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, εντοπίζονται στον ορό των μελλοντικών ασθενών χρόνια προτού αναπτυχθούν τα κλινικά συμπτώματα της νόσου. Αντίστοιχα νωρίς εμφανίζονται και τα αντισώματα εναντίον των ινσουλινοπαραγωγών κυττάρων του παγκρέατος στην περίπτωση του διαβήτη τύπου 1. Οπως τόνισε ο αμερικανός επιστήμονας, αν η προγνωστική αξία των αυτοαντισωμάτων αξιοποιηθεί περαιτέρω, οι υπάρχουσες τεχνολογικές πρόοδοι θα επιτρέπουν τον ταχύ εντοπισμό τους με μικρό κόστος. H ιδέα είναι να γίνει η ανίχνευση των αυτοαντισωμάτων μέρος των εξετάσεων ρουτίνας του πληθυσμού, έτσι ώστε η διάγνωση των αυτοάνοσων νοσημάτων να γίνεται πολύ καιρό πριν από την εκδήλωσή τους. Αυτό θα έδινε στους γιατρούς τη δυνατότητα να παρέμβουν στην αρχή της νόσου, έτσι ώστε να αποτρέψουν ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Για παράδειγμα θα μπορούσε κάποιος να λάβει μέτρα έτσι ώστε το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών με διαβήτη να μην καταστρέψει τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη ή αυτό των ασθενών με σκλήρυνση κατά πλάκας να αναστείλει τις επιθέσεις του στη μυελίνη (περίβλημα των νευρικών ινών).
Για να μπορέσουν οι επιστήμονες να αναπτύξουν αποτελεσματικές θεραπείες για τα αυτοάνοσα νοσήματα (όπως εξάλλου και για όλα τα νοσήματα) πρέπει να κατανοήσουν τους μοριακούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στην εκδήλωσή τους. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης παρουσιάστηκαν πολλές ερευνητικές πρόοδοι οι οποίες, αν και δεν μεταφράζονται άμεσα σε θεραπείες, ανοίγουν τον δρόμο προς αυτές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εργασία του κ. Γεωργίου Κόλλια, διευθυντή του Ινστιτούτου Αλέξανδρος Φλέμιγκ. Ο κ. Κόλλιας και οι συνεργάτες του μελετούν με τη βοήθεια πειραματοζώων-μοντέλων τον ρόλο του παράγοντα νέκρωσης των όγκων TNF (Tumor Necrosis Factor) σε αυτοάνοσα νοσήματα όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η σκλήρυνση κατά πλάκας. Ο παράγοντας αυτός εμπλέκεται στη διαδικασία της φλεγμονής. H χρόνια φλεγμονή είναι χαρακτηριστικό των αυτοάνοσων νοσημάτων, αλλά η διαδικασία της φλεγμονής αποτελεί και σημαντικό αμυντικό όπλο του ανθρωπίνου οργανισμού. Σύμφωνα με τα ευρήματα των ελλήνων επιστημόνων, ο παράγοντας αυτός, ο οποίος υπάρχει σε διαμεμβρανική και ελεύθερη μορφή, αποτελεί έναν σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα των βιοχημικών σταδίων που απαιτούνται για να αναπτυχθεί η φλεγμονή. Μέλημα των επιστημόνων είναι, αναλύοντας τις λεπτομέρειες του μηχανισμού ανάπτυξης της φλεγμονής, να μπορέσουν να την αναστείλουν στους ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα, χωρίς όμως να επηρεάσουν τη φυσιολογική διαδικασία της φλεγμονής που πρέπει να υπάρχει για την αναχαίτιση των εισβολέων.
Οι καθηγητές κκ. C. Kallenberg, V. Gross και L. Guillevin παρουσίασαν καινούργιες ανοσοπαρεμβατικές μεθόδους για την αντιμετώπιση των αγγειίτιδων. Ειδικότερα παρουσίασαν μελέτες που τονίζουν ότι το παλαιό αποτελεσματικό φάρμακο κυκλοφωσμαμίδη, που όμως με τη μακροχρόνια χρήση του εμφάνιζε παρενέργειες, πρέπει να χρησιμοποιείται για βραχύ χρονικό διάστημα (τρεις με έξι μήνες), ώσπου να επιτευχθεί ύφεση της νόσου, και στη συνέχεια να αντικαθίσταται με λιγότερο τοξικά φάρμακα, όπως η αζαθειοπρίμη και το μουκοφαινολικό οξύ. Τέλος τόνισαν ότι πολλοί ασθενείς, των οποίων η νόσος δεν ανταποκρίνεται στα κλασικά φάρμακα, μπορούν σήμερα να αντιμετωπίζονται με βιοτεχνολογικά παραγόμενα φάρμακα, όπως οι αναστολείς του TNF (παράγοντας νέκρωσης όγκων) ή οι βιολογικοί παράγοντες που στρέφονται κατά των B λεμφοκυττάρων.
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
H νόσος αυτή θεωρείται η κορωνίδα των αυτοάνοσων διότι παρουσιάζει πολλά αυτοάνοσα φαινόμενα, όπως αυτοαντισώματα και ενεργοποιημένα λεμφοκύτταρα, ενώ εκφράζει συμπτώματα σε πολλά όργανα και συστήματα του οργανισμού. Τα τελευταία ερευνητικά δεδομένα για την αιτιολογία της νόσου, η οποία δεν είναι ξεκάθαρη, παρουσιάστηκαν από τον ελληνικής καταγωγής καθηγητή κ. Σ. Κρίλη (ο οποίος εργάζεται στην Αυστραλία), ενώ ο έλληνας καθηγητής Παθολογίας - Ρευματολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Δ. Μπούμπας ανέπτυξε τις θεραπευτικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση σοβαρών μορφών της νόσου. Ο κ. Μπούμπας ανέπτυξε τις ενδείξεις που εισηγούνται τη χρήση του μουκοφαινολικού οξέοςκαθώς και του βιολογικού παράγοντα που στρέφεται εναντίον των B λεμφοκυττάρων αντι-CD-20 στις παραπάνω περιπτώσεις.
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Τυχεροί σε σχέση με τους βορειοευρωπαίους ασθενείς είναι οι Ελληνες και γενικότερα οι κάτοικοι των μεσογειακών χωρών που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα. H χρόνια αυτή νόσος, που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή των αρθρώσεων και βαθμιαία καταστροφή της αρθρικής μεμβράνης, αποδεικνύεται ηπιότερη στις μεσογειακές χώρες.
Οπως εξήγησε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο κ. A. Δρόσος, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η ετερογένεια της κλινικής εικόνας των ασθενών που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι τόσο μεγάλη, ώστε κάποιοι επιστήμονες τη θεωρούν σύνδρομο και όχι απλή νόσο. H παρατηρούμενη ετερογένεια συμπτωμάτων οδήγησε την ομάδα του κ. Δρόσου στη συγκριτική μελέτη ελλήνων και βρετανών ασθενών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80. Διαπιστώθηκε ότι οι έλληνες ασθενείς υπέφεραν από πολύ ηπιότερη νόσο και η καταστροφή των αρθρώσεών τους ήταν μικρότερης έκτασης σε σχέση με αυτήν των βρετανών ασθενών. H παραπάνω παρατήρηση, η οποία αργότερα επιβεβαιώθηκε από ομάδα ιταλών επιστημόνων, ώθησε τους έλληνες γιατρούς να αναζητήσουν πιθανή γενετική βάση της «εύνοιας» που δείχνει η νόσος στους νότιους λαούς. (Σημειώνεται ότι η αιτιολογία της νόσου, όπως εξάλλου και της πλειονότητας των αυτοάνοσων νοσημάτων, δεν είναι γνωστή. Στην περίπτωση πάντως της ρευματοειδούς αρθρίτιδας εκτιμάται ότι παίζουν ρόλο τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες.) Πράγματι η ανάλυση του DNA των ελλήνων ασθενών κατέδειξε την απουσία σε ποσοστό 57% μιας αλληλουχίας που θεωρείται υπεύθυνη για την ένταση των συμπτωμάτων.
Σε ό,τι αφορά τη θεραπευτική αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ο αυστριακός καθηγητής κ. J. Smolen και ο ολλανδός συνάδελφός του κ. F. Breedveld τόνισαν ότι η χορήγηση θεραπείας πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα (αν είναι δυνατόν εντός των πρώτων τριών μηνών από την έναρξη της νόσου). Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι δύο επιστήμονες, οι αναστολείς του παράγοντα TNF και η ιντερλευκίνη 1 είναι αποτελεσματικά φάρμακα για τα δύο τρίτα των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα (τονίστηκε δε πως η παρακολούθηση του ασθενούς από έναν σχολαστικό γιατρό μειώνει τις παρενέργειές τους - ενδεχόμενες αλλεργικές αντιδράσεις και λοιμώξεις). Τέλος παρουσίασαν προκαταρκτικά αποτελέσματα κλινικών δοκιμών σύμφωνα με τα οποία η συνδυασμένη χορήγηση του παλαιού φαρμάκου μεθοτρεξάνη με τον βιολογικό παράγοντα αντι-CD-20, ο οποίος στρέφεται εναντίον των B λεμφοκυττάρων, υπήρξε αποτελεσματική στις περιπτώσεις που η μεθοτρεξάνη είχε αποτύχει.
Μελλοντική θεραπεία για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα θα μπορούσε να προκύψει από τη χρήση μιας ανθρώπινης πρωτεΐνης, της BiB, τα πρώτα αποτελέσματα από τις δοκιμές της οποίας παρουσίασε ο καθηγητής κ. G. Panayi από το Λονδίνο. Αν η ουσία αυτή αποδειχθεί θεραπευτική και από άλλες ομάδες ερευνητών, τότε θα πλεονεκτεί των άλλων θεραπειών, αφού πρόκειται για φυσιολογική πρωτεΐνη του οργανισμού, της οποίας η θεραπευτική χορήγηση δεν αναμένεται να έχει παρενέργειες. 

Πηγή: http://www.tovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου